- μυριότης
- -ητος ἡ N 3 0-0-0-0-1=1 Wis 12,22number of ten thousand; neol.Cf. LARCHER 1985, 736
Lust (λαγνεία). 2014.
Lust (λαγνεία). 2014.
μυριότης — μυριότης, ἡ (Α) [μύριοι] η μυριάδα, η ιδιότητα ή το ποσό τών δέκα χιλιάδων … Dictionary of Greek
μυριότητι — μυριότης fem dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
-τητα — της, ΝΜΑ παραγωγική κατάληξη θηλυκών ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής η οποία ανάγεται στην ΙΕ κατάληξη * tāt (πρβλ. αρχ. ινδ. sarva tāt «ολότητα», αβεστ. haurva tāt «ολότητα», λατ. novi tās «νεότητα»). Τα θηλυκά σε της παράγονται,… … Dictionary of Greek
μυρίος — ία, ίο και μύριος, ια, ο (ΑΜ μυρίος, ία, ίον και μύριος, ία, ίον, Α θηλ. και μυρίος και αιολ. τ. μυρίη, Μ και μύριος, ια, ο) 1. (ως αριθμ. επίθ., συν. στον πληθ., προπαροξύνεται κατά τους αρχ. και μτγν. γραμματικούς ως προπαροξύτονο σημαίνει… … Dictionary of Greek